ένδυμα

ένδυμα
τό
1) платье (тж. собир.); одежда, костюм;

ένδυμα одеяние (уст. шутл.);

ένδυμα χορού — вечернее платье;

επίσημον ένδυμα — парадный, выходной костюм;

ένδυμα περιπάτου — выходное платье;

κατάστημα ετοίμων ένδυμάτων — магазин готового платья;

ένδυμα γάμου — свадебный наряд;

2) тех :

ένδυμ ατμοσωλήνος — тепловая изоляция паропровода


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ένδυμα" в других словарях:

  • ἔνδυμα — garment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένδυμα — το (AM ἔνδυμα) 1. φόρεμα για την κάλυψη τού σώματος «ἔνδυμα γάμου» 2. περίβλημα συσκευής μσν. νεοελλ. τα απαραίτητα ηθικά προσόντα για να εισέλθει κανείς στη βασιλεία τών ουρανών νεοελλ. άδεια εισόδου …   Dictionary of Greek

  • ένδυμα — το, ατος 1. ό,τι χρησιμεύει για κάλυψη του σώματος, φόρεμα, ρούχο. 2. όλη η ενδυμασία: Επίσημο ένδυμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καφτάνι — Ένδυμα των ανατολικών λαών, μακρύ και φαρδύ, πλούσια διακοσμημένο και ντυμένο με γούνα. Οι σουλτάνοι της Τουρκίας χάριζαν κ. στους βεζίρηδες ή στους μεγιστάνες σε έκτακτες ευκαιρίες ή για τιμητική διάκριση, όπως σήμερα απονέμονται τα παράσημα.… …   Dictionary of Greek

  • τοὔνδυμα — ἔνδυμα , ἔνδυμα garment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔνδυμ' — ἔνδυμα , ἔνδυμα garment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κιλίκιο — Ένδυμα από χοντρό ύφασμα, φτιαγμένο από τρίχες καμήλας ή κατσίκας. Το φορούσαν κατάσαρκα οι Εβραίοι προφήτες και ιεροκήρυκες ως ένδειξη μετάνοιας. Αντίθετα, οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν αυτό το ύφασμα για στρατιωτικές ανάγκες και έφτιαχναν… …   Dictionary of Greek

  • ἐνδυμάτων — ἔνδυμα garment neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδύμασι — ἔνδυμα garment neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδύμασιν — ἔνδυμα garment neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδύματα — ἔνδυμα garment neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»